ἐταστής

ἐτ-αστής, οῦ, ,=ἐξεταστής, CIG (add.)3641b42 ([place name] Lampsacus), Suid.
A s.v. δοκιμαστῆρες.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εταστής — ἐταστής, ὁ (ΑΜ) [ετάζω] εξεταστής, κριτής μσν. εκτελεστής …   Dictionary of Greek

  • ἐταστής — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐτασταί — ἐταστής masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐταστήν — ἐταστής masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετάζω — (ΑΜ ἐτάζω) (συνηθέστ. εν συνθέσει) ερευνώ, εξετάζω, αναζητώ («ἐτάζειν τοὺς ἀδικέοντας», Δημόκρ.) το ρήμα σύνηθες στους Ο: «σὺ εἶ ὁ ἑτάζων καρδίας», Α Παραλειπομένων αρχ. μσν. υποβάλλω σε δοκιμασίες, βασανίζω, τυραννώ («ἤτασεν ὁ θεὸς τὸν Φαραὼ… …   Dictionary of Greek

  • εταστικός — ή, ό (Μ ἐταστικός, ή, όν) [εταστής] εξεταστικός, διερευνητικός …   Dictionary of Greek

  • καρδιεταστής — καρδιεταστής, ὁ (Μ) αυτός που ετάζει, που ερευνά τις καρδιές τών ανθρώπων. [ΕΤΥΜΟΛ. < καρδία + ἐταστής «ερευνητής» (< ἐτάζω «ερευνώ»)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.